All posts by calevizo

Η ΕΡΕΥΝΑ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΧΩΡΩΝ

Η έρευνα των Επτά Χωρών ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’40 από τις ΗΠΑ – εμπνευστής και δημιουργός της ήταν ο διάσημος καθηγητής Άνσελ Κις, ο «Mr Cholesterol» όπως τον αποκαλούσαν οι Αμερικανοί, καθώς ήταν ο πρώτος εκφραστής της σύνδεσης «διατροφή-καρδιά», αλλά και εκείνης μεταξύ της χοληστερόλης με τη στεφανιαία νόσο.

Στη συνέχεια συμπεριέλαβε άλλες χώρες με διαφορετικά χαρακτηριστικά, διαφορετικό τρόπο ζωής. Αποτελεί μια κλασική έρευνα-ορόσημο, τη μεγαλύτερη σε διάρκεια από όλες του είδους της, μαζί με εκείνη του Φράμιγχαμ των ΗΠΑ. Κάλυψε απαρχής 12.500 άτομα μεταξύ 40 και 60 ετών. Παρακολουθήθηκε η υγεία των εθελοντών, κυρίως σε ό, τι αφορούσε τα καρδιαγγειακά νοσήματα, αλλά και τις κακοήθειες. Και σήμερα η έρευνα αυτή συνεχίζεται στη χώρα μας από ειδικούς της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, όπως ο καθηγητής κ. A. Καφάτος.

Στην έρευνα συμπεριελήφθη και η Ελλάδα κατόπιν πρωτοβουλίας του κ. Αραβανή. Πώς ελήφθη αυτή η πρωτοβουλία; H εξιστόρηση του ίδιου του καθηγητή δίνει την καλύτερη απάντηση: «Όταν έφυγα από την Ελλάδα για τις ΗΠΑ, νεότατος γιατρός ων, δεν είχα ακόμη δει ως φοιτητής αλλά και ως ασκούμενος περίπτωση εμφράγματος. Αφού βρέθηκα όμως στις ΗΠΑ για μεταπτυχιακές σπουδές, κατάλαβα μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα την τρομερή διαφορά στη συχνότητα εμφάνισης των νοσημάτων της καρδιάς. Είπα μέσα μου ότι στην Ελλάδα –και κυρίως στην επαρχιακή Ελλάδα– πρέπει να υπάρχει ένας διαφορετικός Θεός σε ό, τι αφορά την υγεία και ένας άλλος στις ΗΠΑ, ο οποίος δεν προστατεύει από τις ασθένειες της καρδιάς τους πολίτες».

Ο κ. Αραβανής πληροφορήθηκε από συναδέλφους του στη Νέα Υόρκη ότι μια νέα επιδημιολογική έρευνα που εξετάζει τη σύνδεση της διατροφής με τα καρδιακά νοσήματα ξεκινά στη Μινεσότα από τον Άνσελ Κις. «Πράγματι ο Κις το 1947 είχε ξεκινήσει την έρευνα με μία πρώτη ομάδα την οποία αποτελούσαν εργάτες σιδηροδρόμων. Τον συνάντησα στην Ουάσιγκτον το 1954 με την ευκαιρία του δεύτερου Παγκοσμίου Συνεδρίου Καρδιολογίας. Ήταν ένας καλοσυνάτος, πολύ ευγενής και έξυπνος άνθρωπος, με χιούμορ. Του εξήγησα τι συνέβαινε στην Ελλάδα – αν και ο ίδιος ήταν ως έναν βαθμό κατατοπισμένος για την κατάσταση από ιταλούς συναδέλφους. Συναντηθήκαμε ξανά έναν χρόνο αργότερα σε συνέδριο της Αμερικανικής Ιατρικής Εταιρείας στο Σικάγο, όπου και συμφωνήθηκε η Ελλάδα να περιληφθεί στην έρευνα, καθώς διέθετε ιδιαίτερα διατροφικά χαρακτηριστικά που δημιουργούν ενδιαφέρον. Στην έρευνα περιελήφθησαν επίσης η Ιταλία, η Ολλανδία, η τότε Γιουγκοσλαβία –νυν Σερβία–, η Φινλανδία, η Ιαπωνία».

H επιλογή του δείγματος στην Ελλάδα έγινε με το εξής σκεπτικό: οι περιοχές έπρεπε να είναι μακριά από το κέντρο, ώστε να μην έχουν την επίδραση της ζωής του κέντρου – αν και η Αθήνα είχε τότε ένα πρόσωπο που με τα σημερινά δεδομένα θα την έκανε να χαρακτηρίζεται χωριό. «Αν και τα χαρακτηριστικά της ζωής και της διατροφής των Ελλήνων στην ύπαιθρο ήταν τότε περίπου τα ίδια, σκεφθήκαμε να φθάσουμε στο πιο απομακρυσμένο σημείο, την Κρήτη. Ήταν ήδη γνωστό ότι στην Κρήτη η διατροφή ήταν μια τυπική διατροφή επαρχιακού λαού με μεγάλη κατανάλωση λαδιού σε συνδυασμό με σκληρή αγροτική εργασία – σωματική άσκηση σε καθημερινή βάση. H θερμιδική κατανάλωση των Κρητών για το έργο τους δεν ήταν μεγάλη. Χαρακτηριζόταν από αρκετό λίπος – κάνοντας όμως λόγο για λίπος, εννοούμε λάδι».

Επελέγη τελικώς μια αγροτική περιοχή 50 χλμ. έξω από το Ηράκλειο, το Καστέλλι Πεδιάδος. Το δείγμα ήταν της τάξεως των 620 ατόμων στην Κρήτη και έναν χρόνο αργότερα που ξεκίνησε η έρευνα και στην Κέρκυρα –σε μια περιοχή45 χλμ. έξω από την πόλη της Κέρκυρας– περιελήφθησαν άλλα τόσα άτομα.«Τον δεύτερο χρόνο επελέγη κάποιο από τα Επτάνησα, καθώς το σκεπτικό ήταν ότι επειδή η περιοχή δεν είχε βρεθεί υπό τον τουρκικό ζυγό και είχε έλθει από πολύ νωρίς σε επαφή με την Ευρώπη, ίσως είχαν εμφανιστεί αλλαγές σε κάποιες συμπεριφορές». Ωστόσο απεδείχθη ότι ούτε ο πληθυσμός της Κέρκυρας εμφάνιζε διαφορές σε σύγκριση με τους υπόλοιπους επαρχιακούς πληθυσμούς στη διατροφή ή στην άσκηση. Τα συνολικά 1.250 αυτά άτομα είχαν έκτοτε ετήσια παρακολούθηση σε ό, τι αφορούσε την καταγραφή τυχόν ασθενειών και πενταετή πλήρη επανεξέταση.

Από τη μεγάλη αυτή έρευνα προέκυψε –κυρίως σε ό, τι αφορούσε το δείγμα της Κρήτης, αφού οι Κρητικοί ήταν και οι πιο συνεπείς στην εξέτασή τους επί τόσα έτη– ότι ο τρόπος ζωής των κατοίκων της Μεγαλονήσου αποτελεί σημαντικό παράγοντα μακροζωίας. Από τα 620 άτομα στην Κρήτη ζούσαν ως πέρυσι 154. Φάνηκε ότι από όλες τις χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα ο πληθυσμός της Κρήτης είχε τη μικρότερη νοσηρότητα και θνησιμότητα από καρδιαγγειακές παθήσεις. Οι διαφορές ήταν τόσες που όλοι έκαναν λόγο για «φαινόμενο Κρήτης». Το φαινόμενο αυτό απεδόθη στη διατροφή και στον γενικότερο τρόπο ζωής.

Τα αποτελέσματα της έρευνας

Η έρευνα των Επτά Χωρών προσέφερε στην επιστημονική –και μη– κοινότητα έναν διάσημο όρο. Αυτόν της «μεσογειακής διατροφής». Πρόκειται για τον πλέον προσφιλή όρο που έχει χρησιμοποιηθεί σε ό, τι αφορά τη διατροφή μέσα από την ατελείωτη λίστα των περισσότερων από 2.000 συνταγών και «συνταγολογίων» που έχουν κυκλοφορήσει. «Και αυτό συνέβη επειδή πράγματι η έννοια της μεσογειακής διατροφής είχε αντικειμενική αξία.

H διατροφή αυτή μπορεί να έχει πολύ λίπος, αλλά πρόκειται για ελαιόλαδο, το οποίο ως γνωστόν έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: δεν αυξάνει τη χοληστερόλη, έχει αντιοξειδωτικές ιδιότητες χάρη στην περιεκτικότητά του σε βιταμίνη E. Περιέχει συγχρόνως φρούτα και λαχανικά με πολλές ίνες, λίγο κόκκινο κρέας και γαλακτοκομικά προϊόντα με μέτρο. Με μέτρο στη διατροφή αυτή γίνεται και η κατανάλωση κρασιού». Συγχρόνως το δεύτερο «μυστικό» της μακροζωίας των μεσογειακών λαών και δη των Κρητών ήταν η σκληρή άσκηση. «Οι θερμίδες που κατανάλωναν οι άνθρωποι αυτοί ενώ εργάζονταν τόσο σκληρά ήταν 2.500-2.800. Γι’ αυτό και ο δείκτης υποδορίου λίπους τους ήταν πολύ χαμηλός σε σύγκριση με τους άλλους λαούς που εξετάστηκαν».

Από την έρευνα προέκυψε όμως και μια δεύτερη πρωτιά. Μαζί με τον όρο της μεσογειακής δίαιτας εισήχθη για πρώτη φορά και εκείνος του παράγοντα κινδύνου. Ο όρος αυτός πρωτοεμφανίστηκε το1961 συγχρόνως σε δύο έγκριτα αμερικανικά επιστημονικά έντυπα: στο «JAMA» («Journal of the American Medical Association») και στο«Circulation». Στο ένα έντυπο εισήχθη μέσω της έρευνας των Επτά Χωρών ως προδιαθετικός παράγοντας (pre-desposing factor) για τη νόσο και στο δεύτερο μέσω της μελέτης του Φράμιγχαμ ως παράγοντας κινδύνου (risk factor). H μελέτη του Φράμιγχαμ αποτελεί τη δεύτερη εκτενή διαχρονική επιδημιολογική έρευνα. Διεξήχθη σε πληθυσμό της περιοχής του Φράμιγχαμ της Μασαχουσέτης, με τη διαφορά ότι στην έρευνα αυτή σε σύγκριση με εκείνη των Επτά Χωρών συμμετείχαν και γυναίκες.

Όπως έδειξε η έρευνα των Επτά Χωρών, από τους βασικούς παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση στεφανιαίας νόσου –υπέρταση, υπερχοληστερολαιμία, παχυσαρκία, κάπνισμα, ακινησία, διαβήτης– η ύπαρξη μόνο ενός δεν είναι τόσο επιβαρυντική για την υγεία. «Ο συνδυασμός ή αλλιώς η “μαφία των παραγόντων”, έστω και αν ο καθένας από αυτούς δεν εμφανίζεται σε μεγάλο βαθμό, είναι αυτός που κάνει τη μεγαλύτερη ζημιά. Μάλιστα ορισμένοι συνδυασμοί είναι πιο επιβαρυντικοί από άλλους. Για παράδειγμα, οι διαταραχές των λιποπρωτεϊνών –της χοληστερόλης– μαζί με το κάπνισμα αποτελούν πολύ κακό συνδυασμό για την καρδιά. Χειρότερο όμως όλων φαίνεται να είναι το τρίπτυχο διαταραχές της χοληστερόλης –κάπνισμα– υπέρταση, λέει ο κ.Αραβανής.

Τα συμπεράσματα της μακροχρόνιας αυτής έρευνας κάθε άλλο παρά αισιόδοξα μπορούν να είναι. Ο κόσμος απαλλάχθηκε από τις μεγάλες επιδημίες του παρελθόντος όπως η πανούκλα ή η διφθερίτιδα, αλλά γνώρισε νέες μεγάλες «επιδημίες» μη μεταδοτικών ασθενειών. Τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελούν σήμερα τον υπ’ αριθμόν 1 δολοφόνο του σύγχρονου κόσμου. Τα νοσήματα αυτά τα οποία ήταν άγνωστα στην Ελλάδα του παρελθόντος, αποτελούν σήμερα τους πιο μεγάλους εχθρούς της υγείας των Ελλήνων.

«Παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί και στον τομέα της έρευνας και της αντιμετώπισης των νοσημάτων της καρδιάς και των αγγείων, η συχνότητα εμφάνισής τους σε παγκόσμιο επίπεδο και στη χώρα μας συνεχώς αυξάνεται. H παρεμβατική καρδιολογία μπορεί να έχει προσφέρει πολλές λύσεις –σε πολλές περιπτώσεις να έχει σώσει τη ζωή ασθενών–, το μεγάλο στοίχημα όμως σήμερα για όλους είναι να μη φθάσουμε στο χειρουργείο. Να απαλείψουμε τα προβλήματα καρδιάς, που αποτελούν έναν από τους μεγαλύτερους εχθρούς της υγείας του σύγχρονου κόσμου» καταλήγει ο κ. Αραβανής. Τα λόγια αυτά, που ανήκουν σε έναν άνθρωπο ο οποίος έχει παρακολουθήσει σε βάθος χρόνου –και όχι μόνο– τις καρδιακές παθήσεις στον ελληνικό πληθυσμό, δεν χωρούν περαιτέρω σχολιασμό.

Η μελέτη επτά χωρών, μας έδειξε ότι ο πληθυσμός της Κρήτης βρέθηκε να έχει τη χαμηλότερη θνησιμότητα από στεφανιαία νόσο της καρδιάς σε σύγκριση με όλους τους υπόλοιπους. Αυτό αποδίδεται στη συχνή και μεγάλη χρήση ελαιόλαδου, ελαίων, λαχανικών και φρούτων από τους Κρήτες. Το ελαιόλαδο εκτός από την ελάττωση της LDL-χοληστερόλης (κακή χοληστερόλη) στο αίμα, εμποδίζει την οξείδωση των λιπαρών οξέων της ΗDL-χοληστερόλης. Αυτό γίνεται από τη μεγάλη ποικιλία αντιοξειδωτικών ουσιών που υπάρχει στο ελαιόλαδο και τις ελιές όπως οι τοκοφερόλες, πολυφαινόλες, σκουλένια κ.α.

Το ελαιόλαδο έχει μεγάλη αξία για την προαγωγή της υγείας και την πρόληψη του εμφράγματος και των καρκίνων. Τα 100 γρ. ελαιολάδου που χρησιμοποιείται ωμό περιέχει την κατάλληλη ποσότητα αντιοξειδωτικών ουσιών που χρειάζεται ο οργανισμός του ανθρώπου για την επιβράδυνση της γήρανσης των κυττάρων και την πρόληψη των χρόνιων νοσημάτων.

Οι μελέτες έδειξαν ότι οι άνδρες της Κρήτης έχουν 3-5 φορές μικρότερη πιθανότητα να υποστούν έμφραγμα της καρδιάς σε σύγκριση με άνδρες της ίδιας ηλικίας στις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες και τις ΗΠΑ που έχουν ακριβώς τα ίδια επίπεδα ολικής χοληστερόλης στο αίμα. Άρα, η ολική χοληστερόλη αίματος δεν είναι ικανοποιητικός δείκτης για την πρόβλεψη του εμφράγματος της καρδιάς. Γι’ αυτό η οξειδωμένη μορφή LDL χοληστερόλης έχει πολύ μεγαλύτερη προγνωστική σημασία για το έμφραγμα. Τα επίπεδα της οξειδωμένης LDL χοληστερόλης στο αίμα είναι τόσο χαμηλότερα όσο περισσότερες αντιοξειδωτικές ουσίες παίρνουμε με τη διατροφή μας οι οποίες απορροφώνται από το έντερο και εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος.

Το ελαιόλαδο περιέχει περισσότερες από 600 ουσίες που ονομάζονται πολυφαινόλες. Οι περισσότερες από τις ουσίες αυτές ασκούν έντονη αντιοξειδωτική δράση και προστατεύουν τα λιπαρά οξέα της LDL-χοληστερόλης από την οξείδωση και έτσι έχει χαμηλότερη αθηρογόνο δράση. Οι πολυφαινόλες προστατεύουν τα λιπαρά οξέα των κυτταρικών μεμβρανών από τις οξειδωτικές επεξεργασίες και επιβραδύνεται έτσι η γήρανση των κυττάρων του σώματος.

Άλλη μια σημαντική δράση των πολυφαινολών είναι η δέσμευση των ελεύθερων τοξικών ριζών που υπάρχουν ή δημιουργούνται στον οργανισμό μας και οι οποίες πιστεύεται ότι είναι υπεύθυνες για την έναρξη της καρκινικής επεξεργασίας. Αυτά πιθανότατα σχετίζεται με το γεγονός ότι οι Κρήτες εκτός από τη χαμηλότερη θνησιμότητα από έμφραγμα της καρδιάς είχαν και τη χαμηλότερη θνησιμότητά από τις διάφορες μορφές καρκίνων.

Άλλη μια σημαντική δράση των πολυφαινολών είναι η δέσμευση των ελεύθερων τοξικών ριζών που υπάρχουν ή δημιουργούνται στον οργανισμό μας και οι οποίες πιστεύεται ότι είναι υπεύθυνες για την έναρξη της καρκινικής επεξεργασίας. Αυτά πιθανότατα σχετίζεται με το γεγονός ότι οι Κρήτες εκτός από τη χαμηλότερη θνησιμότητα από έμφραγμα της καρδιάς είχαν και τη χαμηλότερη θνησιμότητά από τις διάφορες μορφές καρκίνων.

Έρευνες τα τελευταία 40 χρόνια έχουν δείξει ότι η παραδοσιακή ελληνική δίαιτα είναι μία από τις πιο υγιείς στο πλανήτη. Ίσως έτσι να εξηγείται και το παράδοξο ότι παρ’ όλες τις κακές συνήθειες που έχουμε ως λαός (χαμηλό επίπεδο σωματικής άσκησης και πολύ κάπνισμα) έχουμε, οι μεν άντρες το μεγαλύτερο προσδόκιμο επιβίωσης στην Ευρώπη (75 χρόνια) ενώ και οι γυναίκες έρχονται πέμπτες σε ολόκληρη την Ευρώπη (80,3 χρόνια).
Όπως έχει διαπιστωθεί, όσοι καταναλώνουν στο φαγητό τους ελαιόλαδο έχουν χαμηλή την «κακή» χοληστερίνη (LDL). Aυτό οφείλεται στο ότι το ελαιόλαδο περιέχει μεγάλη ποικιλία αντιοξειδωτικών ουσιών (πολυφαινόλες, τοκοφερόλες κ.ά.), οι οποίες παρεμβαίνουν θετικά υπέρ του οργανισμού και μειώνουν την ποσότητα της χοληστερίνης, αλλά και εμποδίζουν την οξείδωσή της.

Ποια είναι όμως τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής ελληνικής διατροφής που την κάνουν τόσο υγιεινή; Oι επιστήμονες του κλάδου πιστεύουν ότι είναι η κατανάλωση μεγάλης ποικιλίας φαγητών όπου κυρίαρχο ρόλο έχουν τα φρέσκα φρούτα, τα λαχανικά και τα άγρια χόρτα, όπως η αντράκλα (γλιστρίδα), τα όσπρια, τα ψάρια, το ελαιόλαδο, το κόκκινο κρασί και η μικρή κατανάλωση κόκκινου κρέατος και ζωικών λιπών.

Οι βασικές αρχές που αποτελούν τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής ελληνικής διατροφής είναι:

  • Αφθονία τροφών φυτικής προέλευσης, όπως φρούτα, λαχανικά, πατάτες, δημητριακά και όσπρια
  • Λάδι ελιάς ως βασικό έλαιο, που αντικαθιστά όλα τα άλλα λίπη και έλαια. Μειώστε την κατανάλωση τρανς λιπαρών που υπάρχουν σε αφθονία σε προπαρασκευασμένα γλυκά και φαγητά και αντικαταστήστε λιπαρά ζωικής προέλευσης (πχ βούτυρο) με λιπαρά φυτικής προελεύσεως (πχ μαργαρίνη) Οι μαλακές φυτικές μαργαρίνες είναι χαμηλές σε κορεσμένα και ελεύθερες από trans λιπαρά, ενώ παράλληλα είναι πλούσιες σε ακόρεστα λιπαρά. Αυτό κάνει τις μαργαρίνες μια πολύ πιο υγιεινή επιλογή σε σχέση με το βούτυρο (συμπεριλαμβανομένου και του βουτύρου για επάλειψη και των μιγμάτων βουτύρου), καθώς το βούτυρο είναι ζωικό προϊόν και έχει υψηλή περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά οξέα. Δεν είναι τυχαίο, ότι διεθνείς οργανισμοί, όπως η Αμερικανική Ένωση Καρδιολογίας (American Heart Association – AHA) συστήνουν τη «χρήση μαργαρίνης αντί ζωικού βουτύρου» Την ίδια σύσταση κάνει και το Αυστραλιανό Ίδρυμα Καρδιολογίας (Australian Heart Foundation) επιπλέον πλήθος ερευνών την τελευταία δεκαετία δείχνει ότι η καθημερινή πρόσληψη 2 γρ φυτικών στερολών /στανολών μπορεί να μειώσει την ολική και την «κακή» (LDL) χοληστερόλη σε ποσοστά 6-15% . Επειδή οι φυτικές στερόλες και στανόλες είναι σε μικρή περιεκτικότητα σε τρόφιμα όπως φυτικά έλαια, φρούτα, λαχανικά, για το λόγο αυτό έχουν εμπλουτιστεί διάφορα τρόφιμα με φυτικές στερόλες και στανόλες, όπως μαργαρίνες, γαλακτοκομικά προϊόντα (γάλα, γιαούρτι).
  • Καθημερινή λήψη μικρών ποσοτήτων γαλακτοκομικών προϊόντων, όπως το τυρί και το γιαούρτι.
  • Κατανάλωση ψαριού και πουλερικών σε εβδομαδιαία βάση (όχι καθημερινή). Προτιμούνται φαγητά που περιέχουν ω-3 λιπαρά οξέα όπως τα λιπαρά ψάρια (σολομός, τόνος, πέστροφα και σκουμπρί), τα καρύδια και τα πράσινα λαχανικά.
  • Αυγά το πολύ μέχρι 4 την εβδομάδα (να σημειωθεί ότι στον αριθμό αυτόν περιλαμβάνονται αυτά που χρησιμοποιήθηκαν στο μαγείρεμα)
  • Κατανάλωση ζάχαρης (που υπάρχει βέβαια στα γλυκά) σε εβδομαδιαία βάση (όχι καθημερινή)
  • «Κόκκινο» κρέας (μοσχάρι, χοιρινό κτλ) μόνο λίγες φορές το μήνα
  • Φυσική δραστηριότητα (περπάτημα, κίνηση γενικότερα) στο επίπεδο που συντηρεί την αίσθηση καθημερινής υγείας και ευεξίας.
  • Λογική κατανάλωση κρασιού (συνήθως με τα γεύματα 1-2 ποτηράκια του κρασιού)

ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΔΙΑΒΗΤΙΚΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Οι μοντέρνες διατροφικές συστάσεις για παιδιά και εφήβους με διαβήτη δεν διαφέρουν από τις συστάσεις για παιδιά και εφήβους της ίδιας ηλικίας. Στην ουσία είναι υγιεινές διατροφικές συνήθειες κατάλληλες για τον γενικό πληθυσμό και εντούτοις μπορούν να υιοθετηθούν από όλη την οικογένεια.

Ποιος είναι ο στόχος της διατροφικής εκπαίδευσης των παιδιών με διαβήτη και των οικογενειών τους;

Στόχος της διατροφικής εκπαίδευσης είναι η υιοθέτηση ενός ισορροπημένου διαιτολογίου το οποίο:

  • Είναι επαρκές σε θερμίδες και παράλληλα παρέχει όλα εκείνα τα θρεπτικά συστατικά που είναι απαραίτητα για τη σωστή ανάπτυξη του παιδιού.
  • Συντελεί στον βέλτιστο γλυκαιμικό έλεγχο προκειμένου να αποφευχθούν οι βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιπλοκές του διαβήτη.
  • Είναι αρκετά ευέλικτο προκειμένου να εναρμονίζεται με τις ιδιαίτερες προτιμήσεις, τον τρόπο ζωής και την όρεξη του παιδιού και για τον λόγο αυτό τα διαιτολόγια που χορηγούνται είναι εξατομικευμένα.
  • Σκοπεύει στην επίτευξη και διατήρηση ενός ιδανικού σωματικού βάρους και γι αυτό θα πρέπει παράλληλα να συνδυάζεται με συστηματική σωματική άσκηση.

Θα πρέπει ένα παιδί με διαβήτη να ακολουθεί ειδική διατροφή, διαφορετική από την υπόλοιπη οικογένεια και τους συνομηλίκους του;

Η μόνη διαφοροποίηση στην διατροφή που πρέπει να ακολουθεί ένα παιδί με διαβήτη είναι πως οι υδατάνθρακες που προσλαμβάνονται από την τροφή πρέπει να κατανέμονται με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να εναρμονίζονται με την δράση της ινσουλίνης και την φυσική δραστηριότητα.

Να επιλέγω τρόφιμα που είναι για άτομα με διαβήτη;

Τα τρόφιμα που αναγράφουν ότι είναι ειδικά για διαβητικούς ασθενείς δεν έχουν καμία θέση στην διατροφή του παιδιού με διαβήτη. Είναι ακριβά, θερμιδικά πυκνά, υψηλά σε λίπος και επειδή είναι αμφιβόλου σύστασης μπορεί να περιέχουν γλυκαντικές ουσίες που έχουν υπακτική δράση.

Μπορεί ένα παιδί με διαβήτη να καταναλώνει τρόφιμα που περιέχουν ζάχαρη όπως είναι τα γλυκά;

Παρόλο που η ζάχαρη έχει αποκτήσει κακή φήμη, η απάντηση είναι θετική και αυτό ισχύει για όλους σχεδόν τους διαβητικούς ασθενείς. Γνωρίζουμε πως αν φάω ένα μπισκότο, θα αυξηθούν τα επίπεδα σακχάρου μου στο αίμα. Το ίδιο όμως θα συμβεί και αν καταναλώσω ένα φρούτο ή ένα κριτσίνι. Οι διαβητικοί λοιπόν μπορούν να καταναλώνουν τρόφιμα που περιέχουν ζάχαρη, διότι στο σώμα θα μετατραπεί σε γλυκόζη όπως και τα υπόλοιπα υδατανθρακούχα τρόφιμα.

Έχει αποδειχτεί ότι η κατανάλωση τροφών με ζάχαρη δεν προκαλεί απότομη αύξηση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα, αν συνοδεύεται από τροφές που περιέχουν λίπος ή πρωτεΐνη ή σύνθετους υδατάνθρακες. Η χορήγηση επιπλέον ποσότητας ινσουλίνης προκειμένου ένα παιδί να φάει ένα γλυκό θα πρέπει να αποφεύγεται, διότι οδηγεί σε φαινόμενα υπερφαγίας.

Τι πρέπει να προσέχω στις ετικέτες των τροφίμων προκειμένου να κάνω σωστές επιλογές ώστε τα επίπεδα σακχάρων να μην αυξηθούν;

Για να ακολουθηθεί πιο εύκολα το διαιτολόγιο από ένα παιδί με διαβήτη, θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από ποικιλία και να μην περιέχει διαρκώς τις ίδιες τροφές. Για να εμπλουτίσω την διατροφή του παιδιού μου κάνοντας υγιεινές επιλογές θα πρέπει να μάθω να διαβάζω τις ετικέτες των διαφόρων τροφίμων. Το πρώτο που κοιτάω είναι η περιεκτικότητα του προϊόντος σε υδατάνθρακες και κατά δεύτερο λόγο σε λιπαρά.

Αφαιρώ από την διατροφή του παιδιού ένα τρόφιμο και κατόπιν το αντικαθιστώ με την ποσότητα εκείνη του προϊόντος που μου δίνει το ίδιο ποσό σε υδατάνθρακες. Επίσης, προσοχή απαιτείται όταν στην ετικέτα ενός τροφίμου αναγράφεται ότι δεν περιέχει ή δεν έχει γίνει προσθήκη ζάχαρης. Ένα τρόφιμο που δεν περιέχει ζάχαρη δεν σημαίνει πως δεν περιέχει και υδατάνθρακες.

Συγκρίνω λοιπόν την ποσότητα των υδατανθράκων του εν λόγω προϊόντος με το αντίστοιχο προϊόν στην κανονική του μορφή. Αν υπάρχει αξιοσημείωτη διαφορά επιλέγω εκείνο που δεν περιέχει ζάχαρη. Αν η διαφορά είναι μικρή, κάνω την επιλογή μου με βάση τη γεύση και την τιμή. Τα προϊόντα που έχουν λιγότερα λιπαρά συνήθως περιέχουν περισσότερους υδατάνθρακες και για το λόγο αυτό έχουν σχεδόν τις ίδιες θερμίδες με τα προϊόντα που αντικαθιστούν.

Επιτρέπεται σε ένα παιδί με διαβήτη η χρήση τεχνητών γλυκαντικών ουσιών;

Οι τεχνητές γλυκαντικές ουσίες είναι ασφαλείς για όλους σύμφωνα με τον ΕΟΦ, εκτός από τα άτομα που πάσχουν από φαινυλκετονουρία, τα οποία δεν πρέπει να χρησιμοποιούν την ασπαρτάμη. Συγκεκριμένα οι γλυκαντικές ουσίες που δεν έχουν καθόλου θερμίδες (ασπαρτάμη, σακχαρίνη, σουκραλόζη και ακεσουλφάμη Κ) δεν αυξάνουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.

Οι αλκοόλες (ξυλιτόλη, μαννιτόλη και σορβιτόλη) έχουν κάποιες θερμίδες και αυξάνουν ελάχιστα τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα. Όμως η υπερβολική κατανάλωση αυτών μπορεί να προκαλέσει γαστρεντερικά προβλήματα (π.χ. διάρροιες).

Τι τροποποιήσεις πρέπει να κάνω στη διατροφή του παιδιού για να αποφευχθεί η υπογλυκαιμία κατά τη διάρκεια της άσκησης;

Η άσκηση ως γνωστόν προκαλεί μείωση των επιπέδων του σακχάρου στο αίμα και για τον λόγο αυτό συνίσταται μείωση της δόσης της ινσουλίνης πριν από περιόδους έντονης άσκησης. Όμως η φυσική δραστηριότητα των παιδιών ποικίλλει από μέρα σε μέρα καθώς και από ώρα σε ώρα με συνέπεια να είναι πιο πρακτικό στις περισσότερες περιπτώσεις να χορηγούμε επιπλέον υδατάνθρακες προκειμένου να καλύψουμε τις ανάγκες που προκύπτουν από την επιπλέον δραστηριότητα.

Συνήθως χορηγούνται 10-15 γρ. υδατανθράκων ως σνακ πριν την έναρξη μέτριας έντασης άσκησης – όπως είναι το παιχνίδι ή η γυμναστική στο σχολείο – με τη μορφή ενός μέτριου φρούτου ή ½ τοστ. Επίσης, οι γονείς θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η υπογλυκαιμία μπορεί να λάβει χώρα αρκετές ώρες μετά το πέρας της έντονης άσκησης, ακόμα και κατά τη διάρκεια της νύχτας και για τον λόγο αυτό συνίσταται η χορήγηση ενός σνακ προ ύπνου με επιπλέον υδατάνθρακες μετά από μία δραστήρια ημέρα (π.χ. αντί να δώσω μόνο το βραδινό γάλα, προσθέτω σε αυτό και λίγα δημητριακά).

Η ποσότητα των υδατανθράκων που απαιτείται ποικίλλει από άτομο σε άτομο και εξαρτάται από το είδος και τη διάρκεια της άσκησης, τα επίπεδα του σακχάρου πριν την άσκηση και τη δόση της ινσουλίνης.

Πώς αντιμετωπίζω διατροφικά την υπογλυκαιμία;

Στην υπογλυκαιμία απαιτείται άμεση χορήγηση υδατανθράκων. Αν η γλυκόζη στο αίμα πέσει κάτω από 70 mg/dl, χορηγούμε 15 γρ. υδατανθράκων, τα οποία μπορούν να δοθούν με την μορφή:

  • 3 ταμπλέτων γλυκόζης
  • ½ φλ. χυμού
  • 1 κουτ. σούπας ζάχαρη ή μέλι.

Αποφύγετε να ανακατέψετε νερό με ζάχαρη γιατί η ζάχαρη «κάθεται» στον πάτο του ποτηριού.

Περιμένουμε 15 λεπτά και ξαναελέγχουμε τα επίπεδα σακχάρου. Αν η υπογλυκαιμία επιμείνει χορηγούμε άλλα 15 γρ. υδατανθράκων. Η παραπάνω διαδικασία επαναλαμβάνεται μέχρις ότου τα επίπεδα γλυκόζης επιστρέψουν στα φυσιολογικά . Όταν τα επίπεδα γλυκόζης επιστρέψουν στα φυσιολογικά συνεχίζουμε με κάποιο σνακ όπως 1 φέτα ψωμί τοστ.

ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΨΕΜΑΤΑ

Το κόκκινο κρέας είναι πάντα πολύ πλούσιο σε λιπαρά αλλά τα πουλερικά είναι πάντα χαμηλά σε λιπαρά.

Λάθος

Αφαιρώντας το ορατό λίπος του κρέατος, αλλάζει κατά πολύ η περιεκτικότητά του σε λιπαρά. Στην πραγματικότητα, ένα άπαχο κομμάτι κόκκινου κρέατος μπορεί να είναι αρκετά χαμηλό σε λιπαρά, περίπου 4-8 γρ ανά 100 γρ.

Ωστόσο όταν το άπαχο και το λιπαρό μέρος του κρέατος αναμειγνύονται για την παραγωγή κιμά ή επεξεργασμένων προϊόντων, τα λιπαρά μπορεί να αυξηθούν κατά πολύ. Κάποια προϊόντα κρέατος, είτε είναι παρασκευασμένα με κόκκινο κρέας είτε με πουλερικά, μπορεί να είναι αρκετά πλούσια σε λιπαρά εξαιτίας των υπόλοιπων συστατικών που μπορεί να περιέχουν, όπως η ζύμη στις πίτες.

Το κρέας των πουλερικών χωρίς την πέτσα περιέχει περίπου 1-3 γρ λίπους ανά 100 γρ. ( το λευκό μέρος περιέχει λιγότερο λίπος από ότι το πιο σκούρο). Εάν όμως η πέτσα ή οι ορατές αποθήκες λίπους δεν έχουν αφαιρεθεί, τότε ή περιεκτικότητα του λίπους θα είναι υψηλότερη.

Οπότε προσπαθήστε να επιλέγετε τα άπαχα μέρη του κόκκινου κρέατος, να αφαιρείτε το ορατό λίπος και να αφαιρείτε την πέτσα από τα πουλερικά.

Όταν πίνουμε κρύο νερό ο οργανισμός χρησιμοποιεί περισσότερη ενέργεια και αυτό βοηθάει να χάσουμε βάρος.

Λάθος

Πίνοντας κρύο νερό δεν χρησιμοποιούμε περισσότερες θερμίδες από ότι όταν πίνουμε νερό σε θερμοκρασία δωματίου. Όταν χρειάζεται να χάσετε βάρος είναι σημαντικό να μην καταφεύγετε σε “αστραπιαίες” δίαιτες. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να χάσετε βάρος – και να το διατηρήσετε – είναι τροποποιώντας τις διατροφικές σας συνήθειες, υιοθετώντας μια ισορροπημένη διατροφή, πλούσια σε φρούτα και λαχανικά και φτωχή σε λιπαρά και ζάχαρη. Επίσης, η καθημερινή σωματική δραστηριότητα είναι εξίσου σημαντική.

Δεν είναι κακό να παραλείπουμε το πρωινό γεύμα.

Λάθος

Το πρωινό είναι ένα πολύ σημαντικό γεύμα. Κατά τη διάρκεια του βραδινού ύπνου ο οργανισμός μένει χωρίς τροφή –άρα παροχή ενέργειας– για περίπου 8 ώρες, οπότε είναι σημαντικό να του παρέχουμε ενέργεια. Παρόλο που οι περισσότεροι άνθρωποι που παραλείπουν το πρωινό καταλήγουν να καλύπτουν τις ενεργειακές τους ανάγκες αργότερα μέσα στη μέρα, είναι δύσκολο να πάρουν όλες τις βιταμίνες και τα ιχνοστοιχεία που προσφέρει ένα απλό πρωινό. Και αυτό γιατί όταν παραλείπουμε το πρωινό συνήθως τσιμπάμε κάτι αργότερα το οποίο συνήθως είναι πλούσιο σε λιπαρά ή ζάχαρη.

Όταν ρίχνουμε λεμόνι στο λίπος του κρέατος αυτό διαλύεται.

Λάθος

Ο χυμός του λεμονιού, αν και πλούσιος σε βιταμίνη C, δεν διαλύει το λίπος από οποιοδήποτε λιπαρό φαγητό. Ο καλύτερος τρόπος για να ελαττώσουμε τα λιπαρά που προσλαμβάνουμε από το κρέας είναι να αφαιρούμε το ορατό λίπος ή να διαλέγουμε άπαχα μέρη του κρέατος.

Η μεγαλύτερη ποσότητα αλατιού στη διατροφή μας προέρχεται από αυτό που προσθέτουμε στο τραπέζι.

Λάθος

Το 75% της πρόσληψης αλατιού στη διατροφή μας προέρχεται από τα επεξεργασμένα προϊόντα. Μόνο το 10-15 % προέρχεται από το αλάτι που προσθέτουμε στο μαγείρεμα ή στη συνέχεια στο πιάτο μας.

Οι περισσότεροι ενήλικοι καταναλώνουν περίπου 8.6 γρ αλάτι ημερησίως ενώ συστήνεται να περιορίζουμε την πρόσληψη σε 6 γρ αλάτι την ημέρα.

Όταν ένα παιδί αρνηθεί να φάει φρούτα ή λαχανικά είναι καλύτερα να μην του τα σερβίρουμε ξανά.

Λάθος

Όταν επιχειρούμε να δώσουμε ένα καινούριο φαγητό στα παιδιά είναι καλύτερα να έρθουν απλά σε οπτική επαφή με αυτό μερικές φορές πριν το δοκιμάσουν. Προσπαθήστε να προσφέρετε στα παιδιά καινούρια φαγητά αρκετά συχνά. Εάν αρνηθούν κάποιο από αυτά, περιμένετε μερικές μέρες και δοκιμάστε ξανά. Τα φρούτα και τα λαχανικά (φρέσκα, κατεψυγμένα, αποξηραμένα ή ο χυμός τους) αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι μιας υγιεινής ισορροπημένης διατροφής τόσο για τα παιδιά όσο και για τους ενήλικες.

Εάν το παιδί δεν θέλει να φάει κάποιο συγκεκριμένο φρούτο ή λαχανικό, δοκιμάστε να του προσφέρετε άλλα είδη ή ποικιλίες, ή να τα αναμίξετε με άλλες τροφές που του αρέσουν, όπως γιαούρτι, ρύζι ή πατάτα. Επιπλέον μπορείτε να ενθαρρύνετε το παιδί να συμμετέχει στη διαδικασία παρασκευής κάποιου καινούριου φαγητού. Έρευνες δείχνουν ότι έτσι υπάρχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να το δοκιμάσει. Προσπαθήστε να μην έρθετε σε αντιπαράθεση με το παιδί για κάποιο φαγητό- αυτό θα χειροτερέψει τα πράγματα. Αντί αυτού προσπαθήστε να προσφέρετε στο παιδί μια ποικιλία φαγητών.

Οι επιλογές για υγιεινή διατροφή είναι περιορισμένες και συνήθως βαρετές.

Λάθος

Είναι αλήθεια ότι δε θα έπρεπε να καταναλώνουμε πολύ συχνά κάποιες τροφές ή ομάδες τροφών όπως αυτές που είναι πλούσιες σε λιπαρά ή σάκχαρα. Ωστόσο όταν μιλάμε για υγιεινή διατροφή δεν εννοούμε ότι πρέπει να αποφεύγουμε εντελώς τις αγαπημένες μας τροφές αλλά να τις καταναλώνουμε με μέτρο. Το ζητούμενο είναι η ισορροπία και όχι ο αποκλεισμός τροφίμων.

Όταν οι ετικέτες τροφίμων αναγράφουν “χαμηλά λιπαρά” ή “μειωμένα λιπαρά” τότε τα προϊόντα αυτά αποτελούν μια υγιεινή επιλογή.

Λάθος

Για να αναγράφεται σε ένα προϊόν ότι έχει ‘μειωμένα λιπαρά’ πρέπει η ποσότητα των λιπαρών που περιέχει να είναι τουλάχιστον 30% λιγότερο από αυτή του αρχικού (κανονικού) προϊόντος. Τα κανονικά προϊόντα όμως είναι συνήθως πλούσια σε λιπαρά και ενέργεια εξ αρχής οπότε η ‘μειωμένη σε λιπαρά’ έκδοσή τους μπορεί να εξακολουθεί να έχει αρκετή ποσότητα λιπαρών. Συνεπώς τα προϊόντα με ‘χαμηλά λιπαρά’ ή με ΄μειωμένα λιπαρά’ περιέχουν λιγότερα λιπαρά από το αρχικό προϊόν αλλά όχι λίγα. Τα λιπαρά μπορεί επίσης να αντικαθίστανται με άλλα συστατικά (πρωτεΐνες, υδατάνθρακες) που προσδίδουν ενέργεια (θερμίδες), καθιστώντας συχνά το “μειωμένο σε λιπαρά” προϊόν με σχεδόν ίσες θερμίδες με το αρχικό. Επίσης πολύ συχνά μπαίνουμε στον πειρασμό να καταναλώνουμε μεγαλύτερη ποσότητα προϊόντων με ‘χαμηλά λιπαρά’ από ότι θα καταναλώναμε αν επιλέγαμε το κανονικό προϊόν. Έτσι καταλήγουμε να λαμβάνουμε πάλι σημαντική ποσότητα λιπαρών και ενέργειας.

Τα γεύματα για χορτοφάγους είναι πάντα η πιο υγιεινή επιλογή.

Λάθος

Μπορεί τα λαχανικά να είναι χαμηλά σε λιπαρά και θερμίδες, ωστόσο πολλές φορές τα γεύματα για χορτοφάγους περιέχουν πολλά λιπαρά, κυρίως εάν είναι μαγειρεμένα με πολύ τυρί, λάδι, κρεμώδεις σάλτσες ή είναι τηγανισμένα. Επομένως δεν είναι πάντοτε η πιο υγιεινή επιλογή. Αντιθέτως, το κόκκινο κρέας μπορεί να είναι χαμηλό σε λιπαρά, εφόσον όλο το ορατό λίπος έχει αφαιρεθεί. Άλλες τροφές φυσικά χαμηλές σε λιπαρά είναι τα πουλερικά και το ψάρι, εφόσον έχουν μαγειρευτεί με ελάχιστο λάδι. Ωστόσο τα λαχανικά θα πρέπει πάντοτε να συνοδεύουν ή να περιέχονται στα γεύματα μας μέσα στα πλαίσια μιας ισορροπημένης διατροφής.

Η μαργαρίνη περιέχει λιγότερα λιπαρά από το βούτυρο.

Λάθος

Το βούτυρο και η μαργαρίνη περιέχουν παρόμοια ποσότητα λιπαρών αλλά διαφορετικού είδους. Η μαργαρίνη είναι πλούσια σε πολυακόρεστα λιπαρά ενώ το βούτυρο σε κορεσμένο λίπος. Η μαργαρίνη σίγουρα αποτελεί μια πιο υγιεινή επιλογή σε ότι αφορά την ποιότητα του λίπους. Ωστόσο τόσο η μαργαρίνη όσο και το βούτυρο είναι πλούσια σε λιπαρά οπότε συνιστάται να τα χρησιμοποιούμε με μέτρο.

Η μαργαρίνη περιέχει λιγότερα λιπαρά από το βούτυρο.

Λάθος

Το βούτυρο και η μαργαρίνη περιέχουν παρόμοια ποσότητα λιπαρών αλλά διαφορετικού είδους. Η μαργαρίνη είναι πλούσια σε πολυακόρεστα λιπαρά ενώ το βούτυρο σε κορεσμένο λίπος. Η μαργαρίνη σίγουρα αποτελεί μια πιο υγιεινή επιλογή σε ότι αφορά την ποιότητα του λίπους. Ωστόσο τόσο η μαργαρίνη όσο και το βούτυρο είναι πλούσια σε λιπαρά οπότε συνιστάται να τα χρησιμοποιούμε με μέτρο.

ΘΕΡΜΙΔΙΚΑ…ΛΑΘΗ

Το γιαούρτι δεν έχει πολλές θερμίδες.

Γιαούρτι αγελαδινό 2% (1 κεσεδάκι, 200 γρ) ≈ 108 kcal

Γιαούρτι πρόβειο πλήρες (1 κεσεδάκι, 200 γρ) ≈ 250 kcal

Το καρπούζι έχει πολλές θερμίδες.

Καρπούζι (1 φλιτζάνι, 160 γρ) ≈ 50 kcal

Μπανάνα (1 μέτρια, 120 γρ) ≈ 120 kcal

Το ταχίνι είναι προτιμότερο από το μέλι.

Μέλι (1 κ. σούπας) ≈ 60 kcal

Ταχίνι (1 κ. σούπας) ≈ 97 kcal

Το ψωμί σικάλεως έχει πολύ λιγότερες θερμίδες από το σταρένιο.

Ψωμί σταρένιο (1 λεπτή φέτα, 30 γρ) ≈ 70 kcal

Ψωμί σικάλεως (1 λεπτή φέτα, 30 γρ) ≈ 60 kcal

Το κουλούρι Θες/νίκης είναι χαμηλό σε θερμίδες.

1 κουλούρι Θες/νίκης (80 γρ) ≈ 140 kcal

1 bar δημητριακών ≈ 100 kcal

Ένα παξιμάδι έχει περίπου τις ίδιες θερμίδες με μία φέτα ψωμί.

Ψωμί σταρένιο (1 λεπτή φέτα, 30 γρ) ≈ 70 kcal

1 παξιμάδι κριθαρένιο (μικρό, 50 γρ) ≈ 160 kcal

Μία φρυγανιά στο γεύμα μπορεί να αντικατασταθεί με 1 κ.σούπας κρουτόν στη σαλάτα.

1 φρυγανιά (μικρή) ≈ 30 kcal

1 κ.σούπας κρουτόν ≈ 70 kcal

Ένα φρούτο έχει περίπου τις ίδιες θερμίδες με 1 ποτήρι φρέσκο χυμό πορτοκάλι.

1 πορτοκάλι (μέτριο, 200 γρ) ≈ 70 kcal

1 ποτήρι χυμό πορτοκάλι (249 γρ) ≈ 130 kcal

Ένα ποτήρι τζιν με τόνικ έχει λιγότερες θερμίδες από άλλα αλκοολούχα ποτά.

Τζιν νε τόνικ (1 ποτήρι) ≈ 180 kcal

Ουίσκι σκέτο (1 ποτήρι) ≈ 120 kcal

Το κόκκινο κρασί έχει πολύ περισσότερες θερμίδες από το άσπρο.

Κόκκινο κρασί (1 ποτήρι) ≈ 74 kcal

Λευκό κρασί (1 ποτήρι) ≈ 70 kcal

Πηγή : Food Standards Agency

Light προϊόντα

Light προϊόν δεν σημαίνει προϊόν χωρίς θερμίδες ή με αμελητέες θερμίδες.

LIGHT δεν σημαίνει προϊόν χωρίς θερμίδες ή με ‘ελάχιστες θερμίδες’, ούτε απαραίτητα ότι είναι ένα τρόφιμο με χαμηλά λιπαρά. Τα προϊόντα light είναι τρόφιμα που περιέχουν μειωμένες ποσότητες από κάποια θρεπτική κατηγορία που θεωρείται βλαπτική για συγκεκριμένη ομάδα πληθυσμού. Η κατανάλωση προϊόντων light τείνει συνεχώς να αυξάνεται παράλληλα με τη βιομηχανοποίηση της διατροφής, την αύξηση της παχυσαρκίας και τις μεταβολές του τρόπου ζωής μας. Έτσι σήμερα καταναλώνουμε περίπου διπλασία ποσότητα προϊόντων Light σε σχέση με 10 χρόνια πριν.

Tι ορίζει η νομοθεσία.

Για κάθε προϊόν light ορίζεται ένα αντίστοιχο ‘τρόφιμο αναφοράς’ το οποίο είναι το αρχικό, το κανονικό , ‘μη light’ προϊόν . Αυτό συνήθως καθορίζεται υπολογίζοντας τη μέση περιεκτικότητα σε θερμίδες, λίπος και αλάτι των αναλόγων πιο γνωστών προϊόντων που κυκλοφορούν σε εθνικό επίπεδο.
Έτσι για να αποκτήσει ένα τρόφιμο στη ετικέτα του την ένδειξη light θα πρέπει:

  • Για τα τρόφιμα αναφοράς που οι θερμίδες τους προέρχονται κατά 50% ή περισσότερο από λίπος, θα πρέπει το προϊόν light να έχει τουλάχιστον 50% λιγότερο λίπος. Αν για παράδειγμα μια μαγιονέζα έχει φυσιολογικά 80% λιπαρά σημαίνει ότι όλες σχεδόν οι θερμίδες της προέρχονται από λίπος, η μαγιονέζα light θα πρέπει να έχει 40% λιπαρά. Άρα, light μαγιονέζα δεν σημαίνει μαγιονέζα χωρίς λιπαρά ή με αμελητέα λιπαρά!!!

Κανόνας λοιπόν! Light προϊόν δεν σημαίνει προϊόν χωρίς θερμίδες ή με αμελητέες θερμίδες.

  • Για τα τρόφιμα αναφοράς που οι θερμίδες τους προέρχονται κατά λιγότερο από 50% από λίπος θα πρέπει τα προϊόντα light να έχουν τουλάχιστον 33% λιγότερες θερμίδες ή 50% λιγότερο λίπος.
  • Τέλος τα τρόφιμα που είναι light σε αλάτι θα πρέπει να περιέχουν τουλάχιστον 50% λιγότερο αλάτι από το ανάλογο τρόφιμο αναφοράς.

Την πρώτη κατηγορία των προϊόντων ‘light’ αποτελούν τα προϊόντα χαμηλής περιεκτικότητας σε λίπος. Η κυριότερη κατηγορία τέτοιων προϊόντων είναι τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Τα ημιαποβουτυρωμένα (1,5% λιπαρά) ή και τελείως αποβουτυρωμένα (0% λιπαρά) γάλατα και γιαούρτια ακόμα αποτελούν την πλειοψηφία των προϊόντων ‘light’ που καταναλώνονται στην Ελλάδα. Άλλα τρόφιμα χαμηλής περιεκτικότητας σε λίπος είναι τα προϊόντα κρέατος, σάλτσες και μαγιονέζες καθώς και διάφορα σνακ.

Μια δεύτερη κατηγορία προϊόντων χαμηλής περιεκτικότητας σε λίπος είναι αυτά που περιέχουν υποκατάστατα λίπους. Τα υποκατάστατα λίπους μπορεί να απορροφούνται όπως οι υδατάνθρακες και οι πρωτεΐνες ή να είναι μη απορροφήσιμα συνθετικά λίπη. Τα τελευταία έχουν κατηγορηθεί για παρενέργειες. Για παράδειγμα, η κατανάλωση προϊόντων που περιέχουν olestra (συνθετικό λίπος που χρησιμοποιήθηκε στην Αμερική), συνδέθηκε με την πρόκληση γαστρεντερικών διαταραχών καθώς και μείωση της απορρόφησης καροτενοειδών.

Για την αντικατάσταση της ζάχαρη στα προϊόντα ‘light’ χρησιμοποιούνται ουσίες με υψηλή γλυκαντική ικανότητα. Τέτοιες είναι για παράδειγμα η ασπαρτάμη, η σακχαρίνη και το ακεσουλφαμικό κάλιο. Η ασπαρτάμη που έχει πολλαπλάσια γλυκαντική ικανότητα σε σχέση με τη ζάχαρη (200 φορές πιο γλυκιά), απορροφάται σαν πρωτεΐνη και μεταβολίζεται κανονικά. Έχει εγκριθεί σε περισσότερες από 35 χώρες και χρησιμοποιείται σε περισσότερα από 5000 προϊόντα όπως αναψυκτικά, γλυκά, κρέμες, γαλακτοκομικά προϊόντα κ.ά. Οι γλυκαντικές αυτές ουσίες πολλές φορές χρησιμοποιούνται μαζί με άλλους υδατάνθρακες, όπως π.χ. ασπαρτάμη και μαλτοδεξτρίνες στο canderel.

Η τελευταία κατηγορία προϊόντων ‘light’ είναι τα οινοπνευματώδη ποτά στα οποία έχει αφαιρεθεί μια ποσότητα αλκοόλ ή και όλο το αλκοόλ (π.χ. μπύρες light).

Το παράδοξο είναι ότι τα άτομα που χρησιμοποιούν κατά κόρον ‘light’ προϊόντα στη διατροφή τους έχουν σταδιακή αύξηση του σωματικού τους βάρους. Αυτό εξηγείται από την πεποίθησή τους, ότι τα προϊόντα αυτά, τους ‘αδυνατίζουν’ με αποτέλεσμα να καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες. Παρόλα αυτά οι ειδικοί πιστεύουν ότι τα προϊόντα ‘light’ μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην καταπολέμηση της παχυσαρκίας και την πρόληψη ασθενειών εφόσον καταναλώνονται σωστά.
Σημαντικό ρόλο παίζει η ενημέρωση και η σωστή επισήμανση των τροφίμων έτσι ώστε ο καταναλωτής να γνωρίζει τη θερμιδική αξία αυτών. Υπάρχουν τρόφιμα ‘light’, όπως για παράδειγμα μαγιονέζα ή κρέμα γάλακτος που ενώ περιέχουν λιγότερο λίπος εξακολουθούν να είναι τρόφιμα υψηλής θερμιδικής αξίας και είναι καλό να χρησιμοποιούνται σε μικρές ποσότητες και μόνο στα πλαίσια μιας ισορροπημένης διατροφής.

ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΗ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΔΙΑΙΤΑΣ ΚΑΙ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

Μετά από ένα γεύμα υψηλού γλυκαιμικού φορτίου, τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα και οι απαιτήσεις σε ινσουλίνη αυξάνουν γρηγορότερα σε σχέση με την κατανάλωση ενός γεύματος χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου.

Έρευνες έχουν δείξει ότι συστατικά τροφίμων που αυξάνουν την αντίσταση στην ινσουλίνη (ινσουλινοαντοχή) ή την έκκρισή της, επηρεάζουν τον κίνδυνο εμφάνισης διάφορων ασθενειών όπως ο διαβήτης τύπου 2 και η στεφανιαία νόσος.

Παρά το ότι οι υδατάνθρακες της καθημερινής διατροφής φαίνεται να έχουν άμεση σχέση με την υπόθεση αυτή, η φύση της σχέσης αυτής είναι σύνθετη. Η μεγαλύτερη κατανάλωση υδατανθράκων μπορεί να αυξήσει την ευαισθησία στην ινσουλίνη, αλλά μερικά είδη υδατανθράκων δημιουργούν ινσουλινοαντοχή και ‘επικίνδυνα’ λιπιδαιμικά προφίλ. Δύο είναι οι κυρίαρχοι διατροφικοί δείκτες που χρησιμοποιούνται για να εκφράσουν την γλυκαιμική επίδραση της δίαιτας και των υδατανθράκων αντίστοιχα στον κίνδυνο εμφάνισης ορισμένων ασθενειών. Οι δείκτες αυτοί είναι ο γλυκαιμικός δείκτης και το γλυκαιμικό φορτίο.

Γλυκαιμικός δείκτης

Στο παρελθόν οι υδατάνθρακες κατηγοριοποιούνταν ως απλοί ή σύνθετοι με βάση τον αριθμό των απλών σακχάρων που περιέχονταν στο μόριό τους. Οι υδατάνθρακες που αποτελούνταν από ένα ή δύο απλά σάκχαρα όπως η φρουκτόζη ή η σουκρόζη (ή σακχαρόζη ή επιτραπέζια ζάχαρη) ονομάζονταν απλά σάκχαρα, ενώ τα αμυλώδη τρόφιμα ονομάζονταν σύνθετοι υδατάνθρακες, επειδή το άμυλο αποτελείται από μακριές αλυσίδες του απλού σακχάρου της γλυκόζης.

Η συμβουλή για κατανάλωση λιγότερων απλών και περισσότερων σύνθετων υδατανθράκων βασίζονταν στην υπόθεση ότι η πρόσληψη αμυλούχων τροφίμων θα οδηγούσε σε μικρότερες αυξήσεις των επιπέδων της γλυκόζης, σε σχέση με την πρόσληψη τροφίμων που περιείχαν απλούς υδατάνθρακες. Αυτή η υπόθεση φάνηκε ότι ήταν πολύ απλοποιημένη από την στιγμή που η ‘γλυκαιμική απάντηση’ στους σύνθετους υδατάνθρακες παρουσίαζε αξιοσημείωτες διακυμάνσεις. Ένας πιο ακριβής δείκτης της σχετικής γλυκαιμικής απάντησης στους διαιτητικούς υδατάνθρακες αποτελεί ο γλυκαιμικός δείκτης.

Μέτρηση του γλυκαιμικού δείκτη των τροφίμων

Ο γλυκαιμικός δείκτης συγκρίνει ποιοτικά την ικανότητα των τροφίμων που περιέχουν ίσα ποσά υδατανθράκων να ανεβάζουν τα επίπεδα του σακχάρου του αίματος. Για να προσδιοριστεί ο γλυκαιμικός δείκτης ενός τροφίμου, δίνεται σε διαφορετικές μέρες στους εθελοντές το υπό εξέταση τρόφιμο το οποίο παρέχει πενήντα γραμμάρια υδατανθράκων και ένα τρόφιμο ελέγχου (άσπρο ψωμί ή καθαρή γλυκόζη) το οποίο περιέχει το ίδιο ποσό υδατανθράκων. Λαμβάνονται δείγματα αίματος για τον προσδιορισμό των επιπέδων της γλυκόζης, αρχικά πριν από την κατανάλωση του τροφίμου και στη συνέχεια μετά την κατανάλωση του τροφίμου, σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά την διάρκεια των επόμενων ωρών.

Οι αλλαγές στα επίπεδα της γλυκόζης με το πέρασμα του χρόνου απεικονίζονται σαν καμπύλη με την βοήθεια γραφικής παράστασης. Ο γλυκαιμικός δείκτης υπολογίζεται ως το πηλίκο των εμβαδών δύο επιφανειών: α) της περιοχής κάτω από την καμπύλη της γλυκόζης του υπό εξέταση τροφίμου και β) της περιοχής κάτω από την καμπύλη της γλυκόζης του τροφίμου ελέγχου. Το αποτέλεσμα της διαίρεσης πολλαπλασιάζεται με το εκατό για να αναπαραστήσει το ποσοστό ανύψωσης του σακχάρου του αίματος του τροφίμου υπό εξέταση σε σχέση με το τρόφιμο ελέγχου.

Έτσι, η ψητή πατάτα έχει γλυκαιμικό δείκτη 85 σε σχέση με την γλυκόζη και 121 σε σχέση με το άσπρο ψωμί, πράγμα το οποίο σημαίνει πως η γλυκαιμική απάντηση στους υδατάνθρακες της ψητής πατάτας ισούται με το 85% της γλυκαιμικής απάντησης στο ίδιο ποσό υδατανθράκων της καθαρής γλυκόζης και με το 121% της γλυκαιμικής απάντησης στο ίδιο ποσό υδατανθράκων του λευκού ψωμιού. Αντίθετα, το μαγειρεμένο σκούρο ρύζι (αναποφλοίωτο) παρουσιάζει γλυκαιμικό δείκτη 55 σε σχέση με την γλυκόζη και 79 σε σχέση με το λευκό ψωμί.

Γλυκαιμικό φορτίο

Τα διάφορα τρόφιμα που καταναλώνουμε δεν περιέχουν ίσες ποσότητες υδατανθράκων και εκτός από την ποιότητα είναι η ποσότητα των υδατανθράκων που καταναλώνονται η οποία επηρεάζει επιπρόσθετα την απόκριση του οργανισμού στην έκκριση ινσουλίνης. Ο γλυκαιμικός δείκτης δεν λέει τίποτα για την ποσότητα των υδατανθράκων που περιέχονται σε μια μερίδα τροφίμου. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί εσφαλμένα να υποθέσει πως θα πρέπει να αποκλείσει τα καρότα από την ημερήσια κατανάλωση επειδή αυτά έχουν υψηλό γλυκαιμικό δείκτη ίσο με 131 (σε σχέση με το λευκό ψωμί).

Τα διάφορα τρόφιμα που καταναλώνουμε δεν περιέχουν ίσες ποσότητες υδατανθράκων και εκτός από την ποιότητα είναι η ποσότητα των υδατανθράκων που καταναλώνονται η οποία επηρεάζει επιπρόσθετα την απόκριση του οργανισμού στην έκκριση ινσουλίνης. Ο γλυκαιμικός δείκτης δεν λέει τίποτα για την ποσότητα των υδατανθράκων που περιέχονται σε μια μερίδα τροφίμου. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί εσφαλμένα να υποθέσει πως θα πρέπει να αποκλείσει τα καρότα από την ημερήσια κατανάλωση επειδή αυτά έχουν υψηλό γλυκαιμικό δείκτη ίσο με 131 (σε σχέση με το λευκό ψωμί).

Η σύλληψη της έννοιας του γλυκαιμικού φορτίου αναπτύχθηκε από τους επιστήμονες για να περιγράψει ταυτόχρονα την ποιότητα (γλυκαιμικός δείκτης) αλλά και την ποσότητα των υδατανθράκων ενός γεύματος ή μιας δίαιτας. Το 1988 ο Jenkins άρχισε την έρευνα πάνω στο γλυκαιμικό φορτίο και τον έλεγχο της γλυκόζης του αίματος, ενώ το 2002 ο Willet και οι συνεργάτες του συνέχισαν την έρευνα και συμπέραναν ότι η αντικατάσταση της δίαιτας υψηλού γλυκαιμικού φορτίου με δίαιτα χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.

Γλυκαιμικό φορτίο & Διαβήτης

Μετά από ένα γεύμα υψηλού γλυκαιμικού φορτίου, τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα και οι απαιτήσεις σε ινσουλίνη αυξάνουν γρηγορότερα σε σχέση με την κατανάλωση ενός γεύματος χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου. Τα υψηλά επίπεδα σακχάρου και η υπερβολική έκκριση ινσουλίνης θεωρούνται ότι συμβάλλουν στην απώλεια της ινσουλινο-εκκριτικής ικανότητας των β-κυττάρων του παγκρέατος, γεγονός το οποίο οδηγεί σε μη αναστρέψιμο διαβήτη. Οι δίαιτες υψηλού γλυκαιμικού φορτίου έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη σε διάφορες μεγάλες προοπτικές μελέτες.

Μετά από ένα γεύμα υψηλού γλυκαιμικού φορτίου, τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα και οι απαιτήσεις σε ινσουλίνη αυξάνουν γρηγορότερα σε σχέση με την κατανάλωση ενός γεύματος χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου. Τα υψηλά επίπεδα σακχάρου και η υπερβολική έκκριση ινσουλίνης θεωρούνται ότι συμβάλλουν στην απώλεια της ινσουλινο-εκκριτικής ικανότητας των β-κυττάρων του παγκρέατος, γεγονός το οποίο οδηγεί σε μη αναστρέψιμο διαβήτη. Οι δίαιτες υψηλού γλυκαιμικού φορτίου έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη σε διάφορες μεγάλες προοπτικές μελέτες.

Καρδιαγγειακές παθήσεις & Διαβήτης

Η δυσανοχή στην γλυκόζη και η ινσουλινοαντοχή αποτελούν γνωστούς παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις καθώς και για διαβήτη τύπου 2. Επιπρόσθετα, στην πρόκληση υψηλότερων επιπέδων σακχάρου αίματος και ινσουλίνης, οι δίαιτες υψηλού γλυκαιμικού φορτίου συσχετίστηκαν με 2 παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο, δηλαδή αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων ορού και μειωμένα επίπεδα της ‘καλής χοληστερόλης’ (HDL). Συσχετίστηκαν επίσης με αυξημένα επίπεδα της C αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP) η οποία αποτελεί ευαίσθητο ‘οιωνό’ κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου.

Έτσι, αν ληφθεί υπόψη η έννοια του γλυκαιμικού φορτίου, οι συστάσεις για αντικατάσταση του λίπους της διατροφής με υδατάνθρακες μπορεί να μην είναι τόσο ‘υγιεινή για την καρδιά’ μια και η υψηλή κατανάλωση υδατανθράκων μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις των τριγλυκεριδίων και μειωμένες συγκεντρώσεις των λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας [HDL] (που δρουν προστατευτικά στην εμφάνιση καρδιαγγειακών παθήσεων) του πλάσματος σε κατάσταση νηστείας. Τελικά φαίνεται ότι είναι η ποιότητα των υδατανθράκων οι οποίοι πρέπει να αντικαθιστούν το λίπος της διατροφής μας.

Γλυκαιμικος δείκτης & Παχυσαρκία

Οι περισσότερες μελέτες βρίσκουν ότι η κατανάλωση τροφίμων χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη καθυστερεί την επιστροφή της πείνας, μειώνει την επακόλουθη επαναπρόσληψη τροφής και αυξάνει το αίσθημα κορεσμού και πληρότητας σε σχέση με την κατανάλωση τροφίμων υψηλού γλυκαιμικού δείκτη.
Τα αποτελέσματα μικρών και σύντομων δοκιμών

Τα αποτελέσματα μικρών και σύντομων δοκιμών (διάρκειας 1-4 μηνών) έχουν δείξει ότι οι δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου έχουν σαν αποτέλεσμα μεγαλύτερη απώλεια βάρους ή λίπους σε σχέση με τις δίαιτες υψηλού γλυκαιμικού φορτίου. Έχει φανεί επίσης ότι οι δίαιτες χαμηλού γλυκαιμικού φορτίου μπορεί να αποδειχτούν χρήσιμες στη μακροπρόθεσμη απώλεια βάρους.

Απ’ όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω φαίνεται ότι πλέον πρέπει να αποτελεί επιδίωξη του καθενός η μείωση του γλυκαιμικού φορτίου της καθημερινής του διατροφής. Μένει λοιπόν να διευκρινιστεί ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να επιτευχθεί αυτό. Κάποιες γενικές κατευθύνσεις θα μπορούσαν να είναι οι παρακάτω:

  • Αύξηση κατανάλωσης φρούτων, λαχανικών, οσπρίων (μπιζέλια και φασόλια), καρυδιών και δημητριακών ολικής αλέσεως και γενικότερα τροφίμων που είναι πλούσια σε φυτικές ίνες.
  • Μείωση της κατανάλωσης αμυλούχων τροφίμων με υψηλό γλυκαιμικό φορτίο, όπως οι γλυκοπατάτες, τα μακαρόνια και το άσπρο ρύζι.
  • Μείωση της κατανάλωσης ζαχαρούχων τροφίμων όπως τα μπισκότα, τα κέικ, οι καραμέλες και τα αναψυκτικά.

Σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να εξυπηρετεί η προετοιμασία φαγητού χωρίς γλουτένη για όλη την οικογένεια, μιας και δεν διαφέρει σχεδόν καθόλου γευστικά και σίγουρα δεν βλάπτει κάποιον που δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα κοιλιοκάκης.

Η αυστηρή δίαιτα χωρίς γλουτένη αποτελεί τη μοναδική “θεραπεία” για όσους πάσχουν από κοιλιοκάκη.

Βέβαια χρειάζεται λίγη προσοχή στην κρυμμένη γλουτένη γιατί και η παραμικρή ποσότητα μπορεί να μας βλάψει – είτε προκαλώντας τα γνωστά δυσάρεστα συμπτώματα, είτε όχι.

Μερικοί απλοί κανόνες μπορούν να μας εξασφαλίσουν τις ίδιες διατροφικές συνήθειες και να μας επιτρέψουν τη συνέχιση κάποιας ειδικής διατροφής που χρειάζεται να ακολουθούμε για άλλους λόγους υγείας όπως ζάχαρο, χοληστερίνη κλπ.

ΟΔΗΓΙΕΣ

  • Μαγειρεύουμε με πρώτες ύλες χωρίς γλουτένη, π.χ. αλεύρι από καλαμπόκι ή ειδικό αλεύρι χωρίς γλουτένη αντί για το παραδοσιακό αλεύρι από σιτάρι. Μαγειρεύουμε πάντα χωριστά και σε καθαρή επιφάνεια το φαγητό χωρίς γλουτένη, αποφεύγοντας έτσι λάθη και μόλυνση από μη ασφαλείς τροφές. Σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να εξυπηρετεί η προετοιμασία φαγητού χωρίς γλουτένη για όλη την οικογένεια, μιας και δεν διαφέρει σχεδόν καθόλου γευστικά και σίγουρα δεν βλάπτει κάποιον που δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα κοιλιοκάκης.
  • Προσθέτουμε στο διαιτολόγιό μας όσο γίνεται περισσότερο τρόφιμα που έτσι κι’ αλλιώς δεν περιέχουν γλουτένη π.χ. φρέσκα λαχανικά και φρούτα, πατάτες, ρύζι, κρέας, ψάρι κλπ. Υποκαθιστούμε τα υπόλοιπα με προϊόντα από τα οποία έχει αφαιρεθεί η γλουτένη π.χ. ζυμαρικά, ψωμί, κλπ.
  • Όταν τρώμε έξω προτιμάμε κάτι ψητό π.χ. κρέας, κοτόπουλο, ψάρι συνοδευμένο με ψητά λαχανικά, ρύζι και γενικά αποφεύγουμε τα περίπλοκα μαγειρευτά φαγητά που μπορεί να κρύβουν αρκετούς κινδύνους. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στην πιθανότητα μόλυνσης από άλλα τρόφιμα με γλουτένη π.χ. στην ίδια ψησταριά να ψήνουν ψωμί ή πίτες.
  • Όταν ψωνίζουμε προσέχουμε ιδιαίτερα τα συστατικά στην ετικέτα και αποφεύγουμε αυτά που αναφέρουν γλουτένη, αλλά και όσα περιέχουν άγνωστα συστατικά και πρόσθετα, συντηρητικά, χρωστικές κλπ. που μπορεί να κρύβουν κινδύνους. Ας μην ξεχνάμε ότι πολλές φορές δεν αναγράφεται ακριβώς ο όρος γλουτένη, αλλά μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε από τα συμφραζόμενα π.χ. πρωτεΐνη σίτου, σιτάλευρο, δημητριακά, κλπ.
  • Πέραν του φαγητού, καλό είναι να έχουμε την προσοχή μας τεταμένη και σε άλλα προϊόντα με τα οποία μπορεί να έλθουμε σ’ επαφή π.χ. φάρματα, σαπούνι – σαμπουάν – οδοντόπαστα, καλλυντικά κλπ. Καλό είναι να ενημερώνουμε το γιατρό μας και να ζητάμε εναλλακτικά φάρμακα χωρίς γλουτένη και βέβαια να προτιμάμε ασφαλή προϊόντα ατομικής καθαριότητας και περιποίησης.

ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΑ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ

Οι ερευνητές τονίζουν ότι η χρήση έτοιμων προς κατανάλωση δημητριακών θα μπορούσε να αυξήσει την κατανάλωση υδατανθράκων με ιδιαίτερα ευεργετικά αποτελέσματα στον έλεγχο της παχυσαρκίας.

Οι παρούσες διατροφικές συστάσεις για την καταπολέμηση της παχυσαρκίας προτείνουν την μείωση της πρόσληψης λιπαρών και την αύξηση της κατανάλωσης υδατανθράκων. Πρόσφατη μελέτη ερεύνησε την αποτελεσματικότητα της χρήσης έτοιμων προς κατανάλωση δημητριακών ως πηγή υδατάνθρακα σε παιδιά ηλικίας 6-12 ετών στο Μεξικό και την επίδρασή τους στο σωματικό βάρος και στους δείκτες λιπιδαιμίας.

Στην μελέτη αυτή έλαβαν μέρος 147 παιδιά στα οποία διεξήχθησαν τέσσερις διαφορετικές διατροφικές παρεμβάσεις. Η πρώτη ομάδα έλαβε 1 μερίδα 33 ± 7 γραμμαρίων έτοιμων προς κατανάλωση δημητριακών για πρωινό, ενώ στη δεύτερη ομάδα τα παιδία έλαβαν την ίδια ποσότητα έτοιμων προς κατανάλωση δημητριακών για πρωινό και άλλη μία για βραδινό γεύμα. Στην τρίτη ομάδα τα παιδιά έλαβαν μια μερίδα 33 ± 7 γραμμαρίων έτοιμων προς κατανάλωση δημητριακών για πρωινό με ένα συμπληρωματικό πρόγραμμα διατροφικής εκπαίδευσης ενώ ή τέταρτη ομάδα δεν έλαβε τίποτα από όλα αυτά (ομάδα ελέγχου).

Τα αποτελέσματα της έρευνας που διήρκησε 12 εβδομάδες έδειξαν ότι μόνο στην ομάδα των παιδιών που έλαβε τη μια μερίδα 33 ± 7 γραμμαρίων έτοιμων προς κατανάλωση δημητριακών για πρωινό με ένα συμπληρωματικό πρόγραμμα διατροφικής εκπαίδευσης παρατηρήθηκε σημαντική μείωση στο σωματικό βάρος, στο δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Επίσης οι τιμές των τριγλυκεριδίων παρουσίασαν σημαντική μείωση, ενώ οι τιμές της HDL- χοληστερόλης αυξήθηκαν σημαντικά. Ωστόσο, καμία σημαντική μεταβολή δεν παρατηρήθηκε στις άλλες δυο ομάδες διατροφικής παρέμβασης σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι ερευνητές τονίζουν ότι η χρήση έτοιμων προς κατανάλωση δημητριακών θα μπορούσε να αυξήσει την κατανάλωση υδατανθράκων με ιδιαίτερα ευεργετικά αποτελέσματα στον έλεγχο της παχυσαρκίας. Ωστόσο επισημαίνουν ότι ανάλογες διατροφικές παρεμβάσεις θα πρέπει να συνοδεύονται από ταυτόχρονη διατροφική εκπαίδευση.

Rosado et al. An increase of cereal intake as an approach to weigth redyction in children is effective only when accompanied by nutrition education a randomized controlled trial. Nutrition Jurnal 2008, 7¨28

ΑΣΚΗΣΗ

Η σωματική δραστηριότητα είναι το δεύτερο θεμελιώδες συστατικό της τροποποίησης του τρόπου ζωής. Η σωματική δραστηριότητα συμβάλλει στην αυξημένη κατανάλωση ενέργειας και στη διατήρηση της μυϊκής μάζας του σώματος ενώ βελτιώνει και την καρδιαγγειακή ικανότητα.

Η σωματική δραστηριότητα, εντούτοις, προκαλεί ελάχιστη απώλεια βάρους ελλείψει περιορισμού των θερμίδων. Για να γίνει κατανοητό: ένα πρόγραμμα σωματικής άσκησης 45–60 λεπτά καθημερινά για 4 ημέρες εβδομαδιαίως θα προκαλέσει ένα έλλειμμα θερμίδων περίπου 1.000 kcal κατά τη διάρκεια μιας εβδομάδας, με προκύπτουσα απώλεια βάρους της τάξης των 0,15 κιλών. Σε αντίθεση, οι ολιγοθερμιδικές δίαιτες (LCDs) προκαλούν εβδομαδιαία ελλείμματα 3.500–7.000 kcal, με αντίστοιχες απώλειες βάρους 0,5 –1 κιλό την εβδομάδα.

Το μέγιστο όφελος της σωματικής δραστηριότητας είναι η συμβολή της στη συντήρηση της απώλειας βάρους. Η σωματική δραστηριότητα μπορεί να διαιρεθεί σε δύο τύπους: προγραμματισμένη και ενσωματωμένη στο τρόπο ζωής. Η προγραμματισμένη δραστηριότητα αφορά προγραμματισμένη αεροβική συνήθως άσκηση και ολοκληρώνεται σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο (π.χ., περπάτημα, αεροβική γυμναστική, ελαφρύ τρέξιμο κλπ). Η δραστηριότητα ενσωματωμένη στον τρόπο ζωής περιλαμβάνει τις αυξανόμενες ενεργειακές δαπάνες μέσω της αυξημένης ενεργειακής κατανάλωσης ενσωματωμένης στις καθημερινές μας δραστηριότητες. (π.χ. χρησιμοποίηση των σκαλοπατιών αντί για κυλιόμενες σκάλες ή ανελκυστήρα, ή η επιλογή ενός απόμακρου σημείου χώρου στάθμευσης). Η αυξημένη σωματική δραστηριότητα ενσωματωμένη στη καθημερινή μας ζωή φαίνεται να συνδέεται με λιγότερη επανάκτηση βάρους σε σχέση με προγραμματισμένη σωματική δραστηριότητα μετά από 1 έτος παρακολούθησης (0,08 εναντίον 1,6 κιλά, αντίστοιχα). Φαίνεται πως η δραστηριότητα αυτή που ενσωματώνεται στο τρόπο ζωής είναι ιδανική για τα παχύσαρκα άτομα που συχνά λένε ότι μισούν να ασκηθούν.

ΠΩΣ Η ΑΣΚΗΣΗ ΑΠΟΤΡΕΠΕΙ ΤΗΝ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ;

  1. Επιδρώντας στην ποσότητα της προσλαμβανόμενης ενέργειας,
    Αυτό γίνεται με τους εξής μηχανισμούς:

    • Μειώνει την όρεξη:
      Η ελαφρά και μέτρια άσκηση, μειώνει ή τουλάχιστον δεν αυξάνει την όρεξη, ενώ η έντονη άσκηση την αυξάνει. Η μείωση της όρεξης, παρατηρείται κατ’ εξοχήν στους άνδρες.
    • Μειώνει την επιθυμία για πρόσληψη λίπους:
      Φαίνεται ότι ο συνδυασμός δίαιτας και άσκησης, μειώνει την επιθυμία για πρόσληψη λίπους, ακόμα και στη φάση συντήρησης του σωματικού βάρους και έτσι μειώνεται η πιθανότητα υποτροπής της παχυσαρκίας.
    • Έχει ευνοϊκές ψυχολογικές επιδράσεις:
      Είναι γνωστό πως η καλή φυσική κατάσταση είναι ευθέως ανάλογη με τη ψυχική υγεία του ατόμου. Ειδικά στα παχύσαρκα άτομα, με τα αρκετά πρωτογενή και δευτερογενή ψυχικά προβλήματα, η συστηματική αλλά μέτριας έντασης άσκηση, αυξάνει την αυτοεκτίμηση και βελτιώνει το αίσθημα ευεξίας.
  2. Επιδρώντας στην ποσότητα της καταναλισκόμενης ενέργειας. Οι μηχανισμοί που αυτό γίνεται είναι οι εξής:
    • Αυξάνει την ενεργειακή κατανάλωση κατά την διάρκεια της άσκησης:
      Είναι σαφές πως όταν ασκείται κανείς αυξάνει την ενέργεια που χρειάζεται.
    • Ελαχιστοποιεί την απώλεια μυϊκού ιστού κατά την απώλεια βάρους:
      Η ευνοϊκή αυτή επίδραση της άσκησης ίσως να αποτελεί και τον σπουδαιότερο λόγο για να τη συστήσουμε. O συνδυασμός δίαιτας και άσκησης περιορίζει την απώλεια της μυϊκής μάζας σε ποσοστό μικρότερο του 30%
    • Αυξάνει τη μεταβολική δραστηριότητα μακράν του χρόνου άσκησης:
      Η μείωση του σωματικού βάρους συνοδεύεται και από μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης ηρεμίας. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί προσαρμοστικό μηχανισμό της στέρησης, αλλά είναι και αποτέλεσμα του έντονου καταβολισμού του μυϊκού ιστού με τις αλόγιστες δίαιτες. Η συστηματική άσκηση επιφέρει βελτίωση του ανωτέρω φαινομένου αυξάνοντας την αναλογία του μυϊκού ιστού και βελτιώνοντας την ποιότητα του.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ Η ΑΣΚΗΣΗ

  • Μειώνει την πιθανότητα αύξησης του σωματικού βάρους
  • Προφυλάσσει από την αύξηση της νοσηρότητας και θνησιμότητας που συνοδεύει “πιστά” την παχυσαρκία
  • Αυξάνει την ενεργειακή κατανάλωση κατά τη διάρκεια της άσκησης
  • Αυξάνει την ενεργειακή κατανάλωση και μακράν του χρόνου άσκησης
  • Αυξάνει την ενεργειακή δραστηριότητα ηρεμίας
  • Αυξάνει την προτίμηση για υδατανθρακούχες τροφές
  • Δημιουργεί αποστροφή στο λίπος
  • Εμποδίζει την μείωση της RMR κατά τη διάρκεια δίαιτας απώλειας βάρους
  • Εμποδίζει την απώλεια μυϊκής μάζας κατά τη διάρκεια δίαιτας απώλειας βάρους
  • Αυξάνει αναλογικά την οξείδωση του λίπους
  • Πολλές θετικές ψυχολογικές επιδράσεις
  • Ήπιες μορφές αερόβιας άσκησης, αλλά σε σταθερή και μακροχρόνια βάση, έχουν πολύ καλά αποτελέσματα
  • Το καλύτερο πάντως είδος άσκησης είναι αυτό που αρέσει στον καθένα και που βέβαια έχει αντικειμενικές πιθανότητες, να έχει μακροχρόνιο χαρακτήρα.

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΟΥΝ ΟΣΟΙ ΠΕΡΝΟΥΝ ΑΝΤΙΠΗΚΤΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ

  • Αν κάνετε αντιπηκτική αγωγή (SINTROM) μπορείτε να τρώτε απ΄ όλα αποφεύγοντας όμως τις υπερβολές. Τα από του στόματος αντιπηκτικά φάρμακα είναι αντιβιταμίνες Κ, επομένως κάθε αύξηση ή μείωση της καθημερινής πρόσληψης της βιταμίνης Κ από τον οργανισμό θα επηρεάσει το χρόνο προθρομβίνης ή το INR. Έτσι το διαιτολόγιό σας θα πρέπει να είναι ισορροπημένο ως προς την περιεκτικότητα της βιταμίνης Κ.
  • Πρέπει να τρώτε κάθε μέρα σταθερή ποσότητα τροφίμων με βιταμίνη Κ (π.χ. μισό πιάτο σαλάτα με τα λαχανικά που έχουν βιταμίνη K ) ή αν αυτό δεν είναι εφικτό να τα αποφεύγεται τελείως.
  • Τροφές πλούσιες σε βιταμίνη Κ είναι το λάχανο, κουνουπίδι, μπρόκολο, λαχανάκια Βρυξελλών, κάστανα, καρότο, σοκολάτα, γλυκοπατάτες, αμύγδαλα, μαρούλι, σπανάκι, μπύρα.
  • Το αλκοόλ μεταβολίζεται στο ήπαρ όπως και τα αντιπηκτικά φάρμακα γι’ αυτό επιτρέπεται η μέτρια μόνο χρήση αυτού και κατά τη διάρκεια των γευμάτων.
  • Ο καπνός είναι πλούσιος σε βιταμίνη Κ, ανταγωνίζεται τη δράση των αντιπηκτικών φαρμάκων και συνεπώς δεν επιτρέπεται το κάπνισμα που έτσι ή αλλιώς προκαλεί σοβαρές βλάβες στην υγεία.

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΤΗΣ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ

Εκτιμάται ότι στην Αμερική 300,000 θάνατοι το χρόνο μπορεί ν αποδίδονται στη παχυσαρκία.

Ο κίνδυνος του θανάτου μεγαλώνει με την αύξηση του βάρους. Άτομα που είναι παχύσαρκα (με δείκτη σωματικής μάζας >30%) έχουν 50 με 100% αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου, από άλλες αιτίες, σε σύγκριση με άτομα που έχουν υγιές βάρος.

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΤΗΣ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ

  • Η παχυσαρκία δημιουργεί προβλήματα τόσο ψυχολογικά και κοινωνικά, όσο και σωματικά.
  • Τα ψυχοκοινωνικά προβλήματα είναι τα πιο σημαντικά γιατί το παχύσαρκο άτομο απομονώνεται από το κοινωνικό σύνολο και συνήθως καταφεύγει σε έντονες και εσφαλμένες δίαιτες για 2-3 ημέρες, και μετά παρουσιάζει υπερφαγία, με τελικό αποτέλεσμα και το βάρος να αυξάνεται και να υπάρχει πιθανότητα να εκδηλωθούν διαταραχές διατροφικής συμπεριφοράς (ανορεξία, βουλιμία).
  • Τα σωματικά προβλήματα που δημιουργεί η παχυσαρκία είναι πρώτα απ’ όλα στα πόδια και τη μέση από την αύξηση του βάρους. Τα οστά μας είναι φτιαγμένα για να σηκώνουν ένα φυσιολογικό βάρος και όχι διπλάσιο, τριπλάσιο και πολλές φορές περισσότερο. Η καρδιά μας επίσης αποκτά προβλήματα καθώς η παχυσαρκία αυξάνει την πίεση και προδιαθέτει για αρτηριοσκλήρυνση.

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΑ ΟΙ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΤΗΣ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΕΞΗΣ

ΠΡΟΩΡΟΙ ΘΑΝΑΤΟΙ

Εκτιμάται ότι στην Αμερική 300,000 θάνατοι το χρόνο μπορεί ν αποδίδονται στη παχυσαρκία.

Ο κίνδυνος του θανάτου μεγαλώνει με την αύξηση του βάρους. Άτομα που είναι παχύσαρκα (με δείκτη σωματικής μάζας >30%) έχουν 50 με 100% αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου, από άλλες αιτίες, σε σύγκριση με άτομα που έχουν υγιές βάρος.

ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Τα συμπτώματα των καρδιακών παθήσεων (καρδιακή προσβολή, καρδιακή ανεπάρκεια, πόνος στο στήθος, αρρυθμίες κλπ ) είναι αυξημένα στα άτομα που είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα (με ΔΜΣ>25).

Η υψηλή πίεση είναι διπλάσια, συνήθως στους ενήλικες που είναι παχύσαρκοι σε σχέση με εκείνους που είναι σε υγιές βάρος.

Η παχυσαρκία συσχετίζεται με τα αυξημένα τριγλυκερίδια (λίπος στο αίμα) και την μειωμένη καλή χοληστερίνη (HDL).

ΔΙΑΒΗΤΗΣ

Το επιπλέον βάρος των 11-18 κιλών αυξάνει τον κίνδυνο της ανάπτυξης του διαβήτη τύπου 2, δύο φόρες περισσότερο από ό,τι στ’ άτομα που δεν έχουν αποκτήσει βάρος.
Πάνω από το 80% των ανθρώπων με διαβήτη, είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι.

ΚΑΡΚΙΝΟΣ

Το υπερβάλλον βάρος και η παχυσαρκία, είναι συνδεδεμένα με τον αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης για ορισμένα είδη καρκίνου, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου του ενδομήτριου, του εντέρου, της χοληδόχου κύστης, του προστάτη, των νεφρών και στην εμμηνόπαυση του καρκίνου του μαστού.

Οι γυναίκες που απέκτησαν βάρος περισσότερο από 20 κιλά από τα 18 μέχρι τη μέση ηλικία, διπλασιάζουν τον κίνδυνο του καρκίνου του μαστού στην εμμηνόπαυση, συγκριτικά με τις γυναίκες που το βάρος τους παρέμεινε σταθερό.

ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Η διακοπή της αναπνοής κατά τη διάρκεια του ύπνου είναι συνηθέστερη στα παχύσαρκα άτομα.

Η παχυσαρκία συνδέεται με την αύξηση των πιθανοτήτων να προκληθεί άσθμα.

ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Για κάθε αύξηση βάρους 2 κιλών, ο κίνδυνος ανάπτυξης της αρθρίτιδας αυξάνεται από 9% σε 13%.

Τα συμπτώματα της αρθρίτιδας μπορούν να βελτιωθούν με την απώλεια βάρους. Κάθε επιπλέον κιλό διπλασιάζεται στα γόνατα και τετραπλασιάζεται στη μέση.

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΣΤΗ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ

Η παχυσαρκία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι συνδεδεμένη με τον αυξημένο κίνδυνο θανάτου και στους δύο, στο μωρό και στη μητέρα και αυξάνει τον κίνδυνο της υψηλής μητρικής πίεσης 10 φορές περισσότερο.

Πέραν όλων των άλλων επιπλοκών που εμφανίζουν οι παχύσαρκες γυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι πιο πιθανό να παρουσιάσουν διαβήτη κυήσεως και προβλήματα με τον τοκετό.

Τα βρέφη που γεννήθηκαν από γυναίκες που είναι παχύσαρκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι πιο πιθανό να είναι υπέρβαρα.

Οι γυναίκες αυτές έχουν υψηλότερες πιθανότητες να προχωρήσουν σε τοκετό με καισαρική, ενώ στα νεογνά υπάρχει υψηλός κίνδυνος εμφάνισης χαμηλού σακχάρου (που μπορεί να είναι συνδεδεμένο με εγκεφαλική βλάβη και επιληψία).

Η παχυσαρκία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι συνδεδεμένη με τον υψηλό κίνδυνο γενετικών ανωμαλιών, κυρίως στα νεύρα και στη σπονδυλική στήλη.

ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ

Το υπερβάλλον βάρος και η παχυσαρκία συνδέονται με τον αυξανόμενο κίνδυνο ασθένειας της χοληδόχου κύστης, και αυξημένο χειρουργικό κίνδυνο.

Η παχυσαρκία μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα ζωής μέσω της περιορισμένης κινητικότητας και της μειωμένης φυσικής αντοχής καθώς και μέσω κοινωνικών, ακαδημαϊκών και επαγγελματικών διακρίσεων.

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΛΗΨΗΣ ΤΡΟΦΗΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΑΛΛΟ ΤΡΟΠΟ

EATING DISORDER NOT OTHERWISE SPECIFIED- EDNOS

Η κατηγορία αυτή εμπεριέχει διαταραχές λήψης τροφής που δεν περιλαμβάνουν ακριβώς τα διαγνωστικά κριτήρια των γνωστών κατηγοριών διαταραχής λήψης τροφής

Για παράδειγμα:

  • Για γυναίκες που έχουν όλα τα συμπτώματα την Νευρικής Ανορεξίας, αλλά έχουν τακτική έμμηνο ρύση.
  • Για περιπτώσεις που έχουν όλα τα συμπτώματα την Νευρικής Ανορεξίας, αλλά δεν παρουσιάζουν σημαντική απώλεια βάρους και το βάρος αυτών κυμαίνεται σε φυσιολογικά επίπεδα.
  • Για περιπτώσεις που έχουν όλα τα συμπτώματα την Νευρικής Βουλιμίας, αλλά που ο κύκλος: επεισόδιο υπερφαγίας –μη αποδεκτοί μηχανισμοί αναστρεψιμότητας συναντάται λιγότερο συχνά από 2 φορές την εβδομάδα σε χρονική διάρκεια 3 μηνών.
  • Για περιπτώσεις που οι μη αποδεκτοί μηχανισμοί αναστρεψιμότητας – απόκτησης βάρους εμφανίζονται σε άτομα φυσιολογικού βάρους μετά από κατανάλωση μικρής ποσότητας τροφής.
  • Για περιπτώσεις που άτομα μασάνε μεγάλη ποσότητα τροφής και μετά την πτύουν χωρίς να καταπίνουν ώστε να μην αφομοιώσουν την θερμιδική της περιεκτικότητα.
  • Υπερφαγία (Binge Eating Disorder- BED) επαναλαμβανόμενη στην οποία εκλείπουν έπειτα μη-φυσιολογικοί μηχανισμοί αναστρεψιμότητας – απόκτησης βάρους όπως στη Νευρική Βουλιμία. Η BED είναι μια νέα επιστημονικά νόσος παρόμοια της Νευρικής Βουλιμίας στην οποία τα επεισόδια υπερφαγίας συμβαίνουν τουλάχιστον 2 φορές ανά εβδομάδα σε περίοδο 6 μηνών και κατά τα οποία οι πάσχοντες αισθάνονται πολύ αδύναμοι να αντισταθούν στο φαγητό. Επίσης βιώνουν αισθήματα έντονης ανησυχίας και ταραχής, ενοχής και κατάθλιψης κυρίως μετά τα επεισόδια αυτά. Η έναρξη της νόσου αυτής γίνεται συνήθως εμφανής προς το τέλος της εφηβικής ζωής ή και στην αρχή της δεκαετίας των 20 χρόνων και οι γυναίκες είναι 1,5 φορά πιο ευάλωτες συγκριτικά με τους άντρες σε αυτή την πάθηση. Οι περισσότεροι πάσχοντες είναι υπέρβαροι και αποτελούν το 15% έως και 50% του πληθυσμού που είναι σε κάποιο εντατικοποιημένο πρόγραμμα απώλειας ή ελέγχου βάρους.

Το 50% του πληθυσμού που πάσχει από διαταραχές λήψης τροφής συνήθως εμπίπτει στην κατηγορία αυτή. Αν αυτή η κατηγόρια διαταραχής λήψης τροφής που τόσο δύσκολα γίνεται αντιληπτή μείνει χωρίς θεραπεία εγκυμονεί τον κίνδυνο προοδευτικά να εξελιχθεί στην τυπική νόσο της Νευρικής Ανορεξίας ή και Νευρικής Βουλιμίας.